Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
orientieren
01
προσανατολίζομαι, καθορίζω την κατεύθυνση
Die Richtung bestimmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
orientiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
orientiert
ενεστώτα μετοχή
orientierend
απλός αόριστος
orientierte
παθητική μετοχή
orientiert
Παραδείγματα
Beim Wandern orientiere ich mich mithilfe eines Kompasses.
Κατά την πεζοπορία, προσανατολίζομαι με τη βοήθεια μιας πυξίδας.
02
προσανατολίζομαι, ρυθμίζομαι σε
Sich nach etwas richten
Παραδείγματα
Wir orientieren uns bei der Planung an den Kundenwünschen.
Προσανατολιζόμαστε στον σχεδιασμό σύμφωνα με τις επιθυμίες των πελατών.



























