Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Orkan
[gender: masculine]
01
τυφώνας, καταστρεπτική καταιγίδα
Ein sehr starker, zerstörerischer Sturm mit extrem starkem Wind
Παραδείγματα
Der Orkan dauerte mehrere Stunden.
Ο τυφώνας διήρκεσε αρκετές ώρες.


























