der orkan
or
ˈɔʁ
awr
kan
ka:n
kan
organ

Ορισμός και σημασία του "orkan"στα γερμανικά

01

τυφώνας, καταστρεπτική καταιγίδα

Ein sehr starker, zerstörerischer Sturm mit extrem starkem Wind 
der Orkan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Orkane
γενική πτώση
Orkans
Παραδείγματα
Der Orkan hat viele Bäume umgeweht. 

Ο τυφώνας κατέστρεψε πολλά δέντρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store