Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organisieren
01
οργανώνω, σχεδιάζω
Planen und vorbereiten, damit etwas reibungslos funktioniert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
organisiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
organisiert
ενεστώτα μετοχή
organisierend
απλός αόριστος
organisierte
παθητική μετοχή
organisiert
Παραδείγματα
Er organisiert regelmäßig Spendenaktionen.
Αυτός οργανώνει τακτικά εκστρατείες συγκέντρωσης κεφαλαίων.



























