ordnen
ordnen
ɔɐ̯dnən
awdnēn
orden

Ορισμός και σημασία του "ordnen"στα γερμανικά

ordnen
01

τακτοποιώ, οργανώνω

Dinge in eine systematische Reihenfolge bringen 
ordnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ordne
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordnet
ενεστώτα μετοχή
ordnend
απλός αόριστος
ordnete
παθητική μετοχή
geordnet
Παραδείγματα
Ich muss meine Bücher nach Themen ordnen. 

Πρέπει να ταξινομήσω τα βιβλία μου ανά θέμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store