ordnen
Pronunciation
/ˈɔʁdnən/

Ορισμός και σημασία του "ordnen"στα γερμανικά

ordnen
[past form: ordnete]
01

τακτοποιώ, οργανώνω

Dinge in eine systematische Reihenfolge bringen
ordnen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ordne
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordnet
ενεστώτα μετοχή
ordnend
απλός αόριστος
ordnete
παθητική μετοχή
geordnet
Παραδείγματα
Er ordnete seine Gedanken, bevor er sprach.
Οργάνωσε τις σκέψεις του πριν μιλήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store