Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ordnen
[past form: ordnete]
01
τακτοποιώ, οργανώνω
Dinge in eine systematische Reihenfolge bringen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ordne
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordnet
ενεστώτα μετοχή
ordnend
απλός αόριστος
ordnete
παθητική μετοχή
geordnet
Παραδείγματα
Er ordnete seine Gedanken, bevor er sprach.
Οργάνωσε τις σκέψεις του πριν μιλήσει.



























