Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Organisation
01
οργάνωση, σχεδιασμός
Das Planen und Durchführen von Aufgaben oder Veranstaltungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Organisationen
γενική πτώση
Organisation
Παραδείγματα
Er ist für die Organisation des Festes zuständig.
Είναι υπεύθυνος για τον οργανισμό του πάρτι.
02
οργάνωση, θεσμός
Eine Gruppe oder Institution mit einem bestimmten Ziel oder Zweck
Παραδείγματα
Die Organisation hilft armen Kindern.
Ο οργανισμός βοηθά τα φτωχά παιδιά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
organisation
organise



























