Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Organisation
[gender: feminine]
01
οργάνωση, σχεδιασμός
Das Planen und Durchführen von Aufgaben oder Veranstaltungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Organisation
πληθυντικός τύπος
Organisationen
Παραδείγματα
Die Organisation der Reise war sehr aufwendig.
Η οργάνωση του ταξιδιού ήταν πολύ λεπτομερής.
02
οργάνωση, θεσμός
Eine Gruppe oder Institution mit einem bestimmten Ziel oder Zweck
Παραδείγματα
Viele Menschen unterstützen die Organisation.
Οργάνωση
Λεξικό Δέντρο
organisation
organise



























