Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Organ
01
ein Körperteil mit einer bestimmten Aufgabe im Körper, zum Beispiel Herz, Lunge oder Haut , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Organ(e)s
πληθυντικός τύπος
Organe
Παραδείγματα
Die Haut ist das größte Organ des menschlichen Körpers.
Λεξικό Δέντρο
organist
organ



























