Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ordnung
01
τάξη, οργάνωση
Ein geordneter oder strukturierter Zustand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ordnung
Παραδείγματα
In meinem Zimmer herrscht keine Ordnung.
Στο δωμάτιό μου δεν υπάρχει τάξη.
02
τάξη, αποδεκτή κατάσταση
Der Zustand, in dem etwas funktioniert oder akzeptabel ist
Παραδείγματα
Ist alles in Ordnung mit dir?
Είναι όλα σε τάξη μαζί σου;
03
κανόνας, κανονισμός
Eine festgelegte Regel oder Vorschrift
Παραδείγματα
In der Schule gibt es klare Ordnungen.
Στο σχολείο υπάρχουν σαφείς κανόνες.



























