nähern
nähern
nɛ:ɐn
nen
nährennähen

Ορισμός και σημασία του "nähern"στα γερμανικά

nähern
01

πλησιάζω, προσεγγίζω

Langsam zu jemandem oder etwas hingehen oder hinkommen 
nähern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nähere
γ΄ ενικό πρόσωπο
nähert
ενεστώτα μετοχή
nähernd
απλός αόριστος
näherte
παθητική μετοχή
genähert
Παραδείγματα
Das Auto nähert sich der Kreuzung. 

Το αυτοκίνητο πλησιάζει τη διασταύρωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store