Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nähern
[past form: näherte]
01
πλησιάζω, προσεγγίζω
Langsam zu jemandem oder etwas hingehen oder hinkommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nähere
γ΄ ενικό πρόσωπο
nähert
ενεστώτα μετοχή
nähernd
απλός αόριστος
näherte
παθητική μετοχή
genähert
Παραδείγματα
Sie näherte sich dem Hund langsam und ruhig.
Αυτή πλησίασε τον σκύλο αργά και ήρεμα.



























