Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nachtragend
01
μνησίκακος, εκδικητικός
Sich an etwas Ärgerliches oder Schlechtes lange erinnern und nicht verzeihen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am nachtragendsten
συγκριτικός βαθμός
nachtragender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er ist nachtragend und vergisst keinen Streit.
Είναι μνησίκακος και δεν ξεχνά ποτέ καμία διαμάχη.



























