Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nachdenken
01
σκέφτομαι, αναλογίζομαι
Sich intensiv mit einer Sache gedanklich beschäftigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
nach
βασικό ρήμα
denken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
denke nach
γ΄ ενικό πρόσωπο
denkt nach
ενεστώτα μετοχή
nachdenkend
απλός αόριστος
dachte nach
παθητική μετοχή
nachgedacht
Παραδείγματα
Er hat ernsthaft über seine Zukunft nachgedacht.
Έχει σκεφτεί σοβαρά το μέλλον του.



























