das müsli
müs
ˈmy:s
mys
li
li
li

Ορισμός και σημασία του "müsli"στα γερμανικά

01

μούσλι, δημητριακά πρωινού

Ein Frühstücksgericht aus verschiedenen Getreidesorten, meist mit Früchten oder Nüssen 
das Müsli definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Müsli
γενική πτώση
Müsli(s)
Παραδείγματα
Zum Frühstück esse ich oft Müsli mit Joghurt. 

Για πρωινό, τρώω συχνά μούσλι με γιαούρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store