Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Märchen
[gender: neuter]
01
παραμύθι, φανταστική ιστορία
Eine kurze, oft wundersame oder fantastische Erzählung, die meistens mündlich überliefert wird und Kindern erzählt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Märchens
πληθυντικός τύπος
Märchen
Παραδείγματα
Das Märchen hat eine wichtige Rolle in der Kultur.
Το παραμύθι έχει σημαντικό ρόλο στον πολιτισμό.



























