die bel
ˈmø:
meu
bel
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "möbel"στα γερμανικά

01

έπιπλα, επιπλοσκευή

Gegenstände in einem Raum, die zum Sitzen, Liegen oder Aufbewahren dienen 
die Möbel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Möbels
πληθυντικός τύπος
Möbel
Παραδείγματα
Die Möbel im Wohnzimmer sind sehr modern. 

Τα έπιπλα στο σαλόνι είναι πολύ μοντέρνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store