möbliert
möbliert
mø:bli:ɐt
meublit

Ορισμός και σημασία του "möbliert"στα γερμανικά

01

επιπλωμένος, εξοπλισμένος με έπιπλα

Mit Möbeln ausgestattet 
möbliert definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Wohnen, Einrichtung
Παραδείγματα
Die Wohnung ist komplett möbliert. 

Το διαμέρισμα είναι πλήρως επιπλωμένο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store