Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Motiv
[gender: neuter]
01
κίνητρο, λόγος
Der Beweggrund für eine Handlung
Παραδείγματα
Die Polizei sucht nach einem finanziellen Motiv.
Η αστυνομία αναζητά ένα οικονομικό κίνητρο.
02
μοτίβο, θέμα
Ein wiederkehrendes gestalterisches oder inhaltliches Element in Kunstwerken
Παραδείγματα
Das Schlüsselmotiv des Films ist eine immer wiederkehrende Uhr.
Το κύριο μοτίβο της ταινίας είναι ένα ρολόι που εμφανίζεται επανειλημμένα.


























