Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Mosaik
01
ψηφιδωτό, έργο ψηφιδωτού
Ein Bild oder Muster, das aus vielen kleinen Steinchen oder Glasstücken zusammengesetzt ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Mosaiks
πληθυντικός τύπος
Mosaike
Παραδείγματα
Das Mosaik an der Wand sieht sehr bunt und schön aus.
Το μωσαϊκό στον τοίχο φαίνεται πολύ πολύχρωμο και όμορφο.



























