Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Mosaik
[gender: neuter]
01
ψηφιδωτό, έργο ψηφιδωτού
Ein Bild oder Muster, das aus vielen kleinen Steinchen oder Glasstücken zusammengesetzt ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Mosaiks
πληθυντικός τύπος
Mosaike
Παραδείγματα
Mosaike sind eine alte Kunstform, die schon seit Jahrhunderten existiert.
Ψηφιδωτά είναι μια αρχαία μορφή τέχνης που υπάρχει εδώ και αιώνες.



























