Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Mitspracherecht
01
δικαίωμα συμμετοχής
Das Recht, sich an Entscheidungsprozessen zu beteiligen und eigene Meinungen oder Vorschläge einzubringen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Mitspracherechte
γενική πτώση
Mitspracherecht(e)s
Παραδείγματα
Die Mitarbeiter haben Mitspracherecht bei Projekten.
Οι εργαζόμενοι έχουν δικαίωμα λόγου στα έργα.
LanGeek



























