Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitnehmen
01
παίρνω μαζί, παίρνω
Etwas oder jemanden von einem Ort an einen anderen Ort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt mit
ενεστώτα μετοχή
mitnehmend
απλός αόριστος
nahm mit
παθητική μετοχή
mitgenommen
Παραδείγματα
Ich nehme das Buch mit.
Παίρνω το βιβλίο μαζί μου.
Λεξικό Δέντρο
mitnehmen
mit
nehmen



























