Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitnehmen
01
παίρνω μαζί, παίρνω
Etwas oder jemanden von einem Ort an einen anderen Ort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
nehmen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
nehme mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
nimmt mit
ενεστώτα μετοχή
mitnehmend
απλός αόριστος
nahm mit
παθητική μετοχή
mitgenommen
Παραδείγματα
Er nimmt seinen Freund mit zum Park.
Αυτός παίρνει τον φίλο του στο πάρκο.
Λεξικό Δέντρο
mitnehmen
mit
nehmen



























