mitkommen
mit
ˈmɪt
μιτ
ko
κο
mmen
mɐn
μν
mitbekommen

Ορισμός και σημασία του "mitkommen"στα γερμανικά

mitkommen
01

έρχομαι μαζί, συνοδεύω

zusammen mit jemandem an einen Ort gehen oder reisen 
mitkommen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
kommen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
komme mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
kommt mit
ενεστώτα μετοχή
mitkommend
απλός αόριστος
kam mit
παθητική μετοχή
mitgekommen
Παραδείγματα
Kommst du mit? 

Έρχεσαι μαζί;

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mitkommen

mit

+

kommen

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store