Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mithalten
01
παρακολουθώ, ανταγωνίζομαι
In der Lage sein, mit anderen gleichzuziehen oder zu konkurrieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält mit
ενεστώτα μετοχή
mithaltend
απλός αόριστος
hielt mit
παθητική μετοχή
mitgehalten
Παραδείγματα
Sie hielt akademisch immer mit den Besten mit.
Πάντα μπορούσε να παρακολουθεί ακαδημαϊκά τους καλύτερους.



























