mithalten
mit
ˈmɪt
mit
halten
ˌhaltn
haltn

Ορισμός και σημασία του "mithalten"στα γερμανικά

mithalten
01

παρακολουθώ, ανταγωνίζομαι

In der Lage sein, mit anderen gleichzuziehen oder zu konkurrieren 
mithalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
mit
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
halte mit
γ΄ ενικό πρόσωπο
hält mit
ενεστώτα μετοχή
mithaltend
απλός αόριστος
hielt mit
παθητική μετοχή
mitgehalten
Παραδείγματα
Kleinere Länder können wirtschaftlich oft nicht mithalten. 

Οι μικρότερες χώρες συχνά δεν μπορούν να ανταγωνιστούν οικονομικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store