der misserfolg
misserfolg
mɪsɛɐ̯fɔlk
μισεφολκ

Ορισμός και σημασία του "misserfolg"στα γερμανικά

Der Misserfolg
01

αποτυχία, αποτυχημένη προσπάθεια

Ein Ergebnis, das nicht den gewünschten Erfolg bringt 
der Misserfolg definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Misserfolge
γενική πτώση
Misserfolg(e)s
Παραδείγματα
Sein Projekt endete mit einem Misserfolg. 

Το έργο του τελείωσε με αποτυχία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store