Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Misserfolg
01
αποτυχία, αποτυχημένη προσπάθεια
Ein Ergebnis, das nicht den gewünschten Erfolg bringt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Misserfolge
γενική πτώση
Misserfolg(e)s
Παραδείγματα
Sein Projekt endete mit einem Misserfolg.
Το έργο του τελείωσε με αποτυχία.
LanGeek



























