Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mischen
01
ανακατεύω, αναμειγνύω
Zwei oder mehr Substanzen, Elemente oder Dinge zusammenfügen, sodass sie eine homogene oder gleichmäßige Verbindung bilden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mische
γ΄ ενικό πρόσωπο
mischt
ενεστώτα μετοχή
mischend
απλός αόριστος
mischte
παθητική μετοχή
gemischt
Παραδείγματα
Er hat verschiedene Musikstile gemischt und einen neuen Sound kreiert.
Ανέμειξε διαφορετικά μουσικά στυλ και δημιούργησε έναν νέο ήχο.



























