minutiös
Pronunciation
/minuˈt͡si̯øːs/

Ορισμός και σημασία του "minutiös"στα γερμανικά

01

σχολαστικός, λεπτομερής

Äußerst genau und detailliert
minutiös definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am minutiösesten
συγκριτικός βαθμός
minutiöser
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Minutiöse Arbeit erfordert viel Geduld.
Η λεπτομερής εργασία απαιτεί πολλή υπομονή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store