der minimalismus
mi
ˈmi:
μι
ni
νι
ma
ma
μα
lis
lɪs
λισ
mus
mʊs
μουσ

Ορισμός και σημασία του "minimalismus"στα γερμανικά

Der Minimalismus
01

μινιμαλισμός, μινιμαλιστικό στυλ

Gestaltungs‑ oder Lebensstil, der sich auf wesentliche Elemente beschränkt und Überflüssiges vermeidet 
der Minimalismus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Minimalismus
Παραδείγματα
Er mag den Minimalismus in der Kunst. 

Του αρέσει ο μινιμαλισμός στην τέχνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store