Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Minimalismus
01
μινιμαλισμός, μινιμαλιστικό στυλ
Gestaltungs‑ oder Lebensstil, der sich auf wesentliche Elemente beschränkt und Überflüssiges vermeidet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Minimalismus
Παραδείγματα
Er mag den Minimalismus in der Kunst.
Του αρέσει ο μινιμαλισμός στην τέχνη.



























