Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merken
01
παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι
Etwas durch Beobachtung oder Gefühl erkennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
merke
γ΄ ενικό πρόσωπο
merkt
ενεστώτα μετοχή
merkend
απλός αόριστος
merkte
παθητική μετοχή
gemerkt
Παραδείγματα
Ich habe sofort gemerkt, dass etwas nicht stimmt.
Αμέσως παρατήρησα ότι κάτι δεν πάει καλά.
02
θυμάμαι, απομνημονεύω
Etwas im Gedächtnis behalten
Παραδείγματα
Ich kann mir seinen Namen einfach nicht merken.
Απλά δεν μπορώ να θυμηθώ το όνομά του.



























