merken
Pronunciation
/ˈmɛʁkən/

Ορισμός και σημασία του "merken"στα γερμανικά

merken
01

παρατηρώ, αντιλαμβάνομαι

Etwas durch Beobachtung oder Gefühl erkennen
merken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
merke
γ΄ ενικό πρόσωπο
merkt
ενεστώτα μετοχή
merkend
απλός αόριστος
merkte
παθητική μετοχή
gemerkt
Παραδείγματα
Ich merke, dass du müde bist.
Παρατηρώ ότι είσαι κουρασμένος.
02

θυμάμαι, απομνημονεύω

Etwas im Gedächtnis behalten
sich merken definition and meaning
Παραδείγματα
Ich habe mir die Adresse gemerkt.
Θυμήθηκα τη διεύθυνση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store