Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Mentalität
[gender: feminine]
01
νοοτροπία, τρόπος σκέψης
Die Art und Weise, wie eine Person oder eine Gruppe denkt, fühlt und handelt
Παραδείγματα
Kulturelle Unterschiede spiegeln sich oft in der Mentalität wider.
Οι πολιτισμικές διαφορές συχνά αντικατοπτρίζονται στην νοοτροπία.


























