Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Meisterwerk
[gender: neuter]
01
αριστούργημα, αριστουργηματικό έργο
Ein besonders gelungenes oder herausragendes Werk, das als künstlerisch oder handwerklich meisterhaft gilt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Meisterwerk(e)s
πληθυντικός τύπος
Meisterwerke
Παραδείγματα
Das Theaterstück wird als Meisterwerk der Literatur gefeiert.
Το θεατρικό έργο γιορτάζεται ως αριστούργημα της λογοτεχνίας.
Λεξικό Δέντρο
meisterwerk
meister
werk



























