Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lügen
01
ψεύδομαι, εξαπατώ
Absichtlich etwas sagen, das nicht wahr ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
lügt
ενεστώτα μετοχή
lügend
απλός αόριστος
log
παθητική μετοχή
gelogen
Παραδείγματα
Ich habe gelogen, und es tut mir leid.
Είπα ψέματα, και λυπάμαι.



























