lügen
Pronunciation
/ˈlyːɡən/

Ορισμός και σημασία του "lügen"στα γερμανικά

lügen
01

ψεύδομαι, εξαπατώ

Absichtlich etwas sagen, das nicht wahr ist
lügen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lüge
γ΄ ενικό πρόσωπο
lügt
ενεστώτα μετοχή
lügend
απλός αόριστος
log
παθητική μετοχή
gelogen
Παραδείγματα
Ich habe gelogen, und es tut mir leid.
Είπα ψέματα, και λυπάμαι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store