lesen
lesen
le:sn
lesn
lebenlegenlosenleasen

Ορισμός και σημασία του "lesen"στα γερμανικά

01

διαβάζω

Geschriebenes mit den Augen erfassen und verstehen 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lese
γ΄ ενικό πρόσωπο
liest
ενεστώτα μετοχή
lesend
απλός αόριστος
las
παθητική μετοχή
gelesen
Παραδείγματα
Ich lese jeden Abend ein Buch. 

Διαβάζω ένα βιβλίο κάθε βράδυ.

02

διαβάζω, ερμηνεύω

Aus Geschriebenem Informationen entnehmen 
Παραδείγματα
Aus ihrem Brief lese ich große Sorge. 

Διαβάζω στο γράμμα της μεγάλη ανησυχία.

03

μαζεύω, τραβώ

Früchte oder Pflanzen sammeln 
Παραδείγματα
Wir lesen Äpfel im Garten. 

Εμείς μαζεύουμε μήλα στον κήπο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store