lesen
Pronunciation
/ˈleːzn̩/

Ορισμός και σημασία του "lesen"στα γερμανικά

01

διαβάζω

Geschriebenes mit den Augen erfassen und verstehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lese
γ΄ ενικό πρόσωπο
liest
ενεστώτα μετοχή
lesend
απλός αόριστος
las
παθητική μετοχή
gelesen
Παραδείγματα
Er liest sehr schnell.
Αυτός διαβάζει πολύ γρήγορα.
02

διαβάζω, ερμηνεύω

Aus Geschriebenem Informationen entnehmen
Παραδείγματα
Der Computer liest den Barcode.
Ο υπολογιστής διαβάζει τον γραμμωτό κώδικα.
03

μαζεύω, τραβώ

Früchte oder Pflanzen sammeln
Παραδείγματα
Früher las man Kartoffeln von Hand.
Παλιά, οι πατάτες διαβάζονταν με το χέρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store