Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lassen
01
αφήνω, εγκαταλείπω
Etwas nicht verändern oder nicht eingreifen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
lässt
ενεστώτα μετοχή
lassend
απλός αόριστος
ließ
παθητική μετοχή
gelassen
Παραδείγματα
Sie ließ die Tür absichtlich offen.
Άφησε επίτηδες την πόρτα ανοιχτή.
02
δίνω, δωρίζω
Jemandem etwas überlassen oder schenken
Παραδείγματα
Er ließ dem Hund sein Spielzeug.
Αφήνω το σκυλί να κρατήσει το παιχνίδι του.
03
αφήνω, επιτρέπω
Erlauben, dass jemand etwas tut
Παραδείγματα
Lass mich dir helfen.
Άσε με να σε βοηθήσω.
04
κάνω να κάνει κάποιος κάτι
Veranlassen, dass jemand etwas tut
Παραδείγματα
Lass das Paket liefern!
Κάνε να παραδοθεί το δέμα !
05
μπορεί να γίνει
Etwas ist möglich zu tun
Παραδείγματα
Die Tür lässt sich schwer öffnen.
Η πόρτα επιτρέπει να ανοίγει με δυσκολία.



























