Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lassen
01
αφήνω, εγκαταλείπω
Etwas nicht verändern oder nicht eingreifen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lasse
γ΄ ενικό πρόσωπο
lässt
ενεστώτα μετοχή
lassend
απλός αόριστος
ließ
παθητική μετοχή
gelassen
Παραδείγματα
Lass mich in Ruhe!
Άσε με ήσυχο !
02
δίνω, δωρίζω
Jemandem etwas überlassen oder schenken
Παραδείγματα
Lass ihm das Buch, er braucht es.
Άσε τον να κρατήσει το βιβλίο, το χρειάζεται.
03
αφήνω, επιτρέπω
Erlauben, dass jemand etwas tut
Παραδείγματα
Sie lassen ihn das Auto fahren.
Αφήνουν αυτόν να οδηγήσει το αυτοκίνητο.
04
κάνω να κάνει κάποιος κάτι
Veranlassen, dass jemand etwas tut
Παραδείγματα
Ich habe mein Fahrrad reparieren lassen.
Έκανα να επισκευαστεί το ποδήλατό μου.
05
μπορεί να γίνει
Etwas ist möglich zu tun
Παραδείγματα
Das lässt sich leicht erklären.
Αυτό αφήνει εύκολα να εξηγηθεί.



























