Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
langweilen
[past form: langweilte]
01
προκαλώ βαρεμάρα, προκαλώ βαρεμάρα
Jemandem das Gefühl von Langeweile geben
Παραδείγματα
Sein monotoner Ton langweilt die Zuhörer.
Ο μονότονος τόνος του βαριέει τους ακροατές.
02
βαριέμαι, πλήττομαι από την αδιαφορία
Sich aus Mangel an Interesse oder Beschäftigung gelangweilt fühlen
Παραδείγματα
Wenn ich nichts zu tun habe, langweile ich mich schnell.
Όταν δεν έχω τίποτα να κάνω, βαριέμαι γρήγορα.


























