langweilen
langweilen
langvaɪ̯lən
langvailēn

Ορισμός και σημασία του "langweilen"στα γερμανικά

langweilen
01

προκαλώ βαρεμάρα, προκαλώ βαρεμάρα

Jemandem das Gefühl von Langeweile geben 
langweilen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
langweile
γ΄ ενικό πρόσωπο
langweilt
ενεστώτα μετοχή
langweilend
απλός αόριστος
langweilte
παθητική μετοχή
gelangweilt
Παραδείγματα
Der Vortrag hat alle gelangweilt. 

Η διάλεξη βαρεσε όλους.

02

βαριέμαι, πλήττομαι από την αδιαφορία

Sich aus Mangel an Interesse oder Beschäftigung gelangweilt fühlen 
langweilen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich langweile mich im Unterricht. 

Βαριέμαι στην τάξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store