Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
langweilen
01
προκαλώ βαρεμάρα, προκαλώ βαρεμάρα
Jemandem das Gefühl von Langeweile geben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
langweile
γ΄ ενικό πρόσωπο
langweilt
ενεστώτα μετοχή
langweilend
απλός αόριστος
langweilte
παθητική μετοχή
gelangweilt
Παραδείγματα
Der Vortrag hat alle gelangweilt.
Η διάλεξη βαρεσε όλους.
02
βαριέμαι, πλήττομαι από την αδιαφορία
Sich aus Mangel an Interesse oder Beschäftigung gelangweilt fühlen
Παραδείγματα
Ich langweile mich im Unterricht.
Βαριέμαι στην τάξη.



























