Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
langfristig
01
μακροπρόθεσμος, διαρκής
Auf einen längeren Zeitraum ausgelegt oder wirkend
Παραδείγματα
Die Maßnahme wird langfristige Auswirkungen haben.
Το μέτρο θα έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μακροπρόθεσμος, διαρκής