Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Laden
01
κατάστημα, μάγαζο
Ein Geschäft, in dem Waren verkauft werden
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ladens
πληθυντικός τύπος
Läden
Παραδείγματα
Ich gehe zum Laden.
Πηγαίνω στο κατάστημα.
laden
01
φορτώνω, γεμίζω
Etwas mit Waren oder Materialien füllen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lade
γ΄ ενικό πρόσωπο
lädt
ενεστώτα μετοχή
ladend
απλός αόριστος
lud
παθητική μετοχή
geladen
Παραδείγματα
Wir laden die Kisten ins Auto.
Εμείς φορτώνουμε τα κιβώτια στο αυτοκίνητο.
02
κατεβάζω
Eine Datei oder ein Programm aus dem Internet auf ein Gerät übertragen
Παραδείγματα
Ich lade das Bild aus dem Internet.
Κατεβάζω την εικόνα από το διαδίκτυο.
03
φορτίζω, επιφορτίζω
Elektrische Energie in ein Gerät übertragen
Παραδείγματα
Ich lade mein Handy.
Φορτίζω το τηλέφωνό μου.



























