Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Lage
[gender: feminine]
01
γειτονιά, περιοχή
Der Teil einer Stadt oder eines Ortes, in dem etwas liegt
Παραδείγματα
Die Lage hat viele Parks.
Η τοποθεσία έχει πολλά πάρκα.
02
θέση, κατάσταση
Die Position oder der Zustand von etwas
Παραδείγματα
Die Lage im Krankenhaus ist stabil.
Η κατάσταση στο νοσοκομείο είναι σταθερή.


























