Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lackieren
[past form: lackierte]
01
βαφή, βερνίκωμα
Eine Oberfläche mit Lack streichen oder besprühen, um sie zu schützen oder zu verschönern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lackiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
lackiert
ενεστώτα μετοχή
lackierend
απλός αόριστος
lackierte
παθητική μετοχή
lackiert
Παραδείγματα
Beim Renovieren haben sie die Türen lackiert.
Κατά την ανακαίνιση, βάψανε τις πόρτες.
02
βάφω τα νύχια, λακκίζω τα νύχια
Sich die Fingernägel oder Zehennägel mit Nagellack verschönern
Παραδείγματα
Ich lackiere mir heute die Nägel in einem dunklen Rotton.
Σήμερα βερνικώνω τα νύχια μου σε ένα σκούρο κόκκινο χρώμα.



























