Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lackieren
01
βαφή, βερνίκωμα
Eine Oberfläche mit Lack streichen oder besprühen, um sie zu schützen oder zu verschönern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lackiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
lackiert
ενεστώτα μετοχή
lackierend
απλός αόριστος
lackierte
παθητική μετοχή
lackiert
Παραδείγματα
Er lackiert den Fahrradrahmen blau.
Αυτός βερνικώνει το πλαίσιο του ποδηλάτου με μπλε χρώμα.
02
βάφω τα νύχια, λακκίζω τα νύχια
Sich die Fingernägel oder Zehennägel mit Nagellack verschönern
Παραδείγματα
Sie lackiert sich die Nägel rot.
Αυτή βερνικώνει τα νύχια της κόκκινα.



























