lahmlegen
Pronunciation
/ˈlaːmˌleːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "lahmlegen"στα γερμανικά

lahmlegen
01

παραλύω, ακινητοποιώ

Etwas absichtlich oder unabsichtlich zum Stillstand bringen, funktionsunfähig machen
lahmlegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
lahm
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege lahm
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt lahm
ενεστώτα μετοχή
lahmlegend
απλός αόριστος
legte lahm
παθητική μετοχή
lahmgelegt
Παραδείγματα
Die Software-Panne legte unsere Computer lahm.
Η βλάβη του λογισμικού παρέλυσε τους υπολογιστές μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store