Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lahmlegen
01
παραλύω, ακινητοποιώ
Etwas absichtlich oder unabsichtlich zum Stillstand bringen, funktionsunfähig machen
Παραδείγματα
Die Software-Panne legte unsere Computer lahm.
Η βλάβη του λογισμικού παρέλυσε τους υπολογιστές μας.


























