die lage
la
ˈla:
la
ge
laugelange

Ορισμός και σημασία του "lage"στα γερμανικά

01

γειτονιά, περιοχή

Der Teil einer Stadt oder eines Ortes, in dem etwas liegt 
die Lage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Lagen
γενική πτώση
Lage
Παραδείγματα
Die Lage der Wohnung ist sehr zentral. 

Η τοποθεσία του διαμερίσματος είναι πολύ κεντρική.

02

θέση, κατάσταση

Die Position oder der Zustand von etwas 
die Lage definition and meaning
Παραδείγματα
Die Lage der Firma verbessert sich. 

Η κατάσταση της εταιρείας βελτιώνεται.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store