Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Labyrinth
01
λαβύρινθος, διάδρομος με πολλές στροφές
Ein komplexes System von Wegen oder Gängen, in dem man sich leicht verirren kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Labyrinth(e)s
πληθυντικός τύπος
Labyrinthe
Παραδείγματα
Das Labyrinth im Schlossgarten ist eine Touristenattraktion.
Ο λαβύρινθος στον κήπο του παλατιού είναι τουριστικό αξιοθέατο.



























