das labyrinth
la
ˈla:
la
by
bi
bi
rinth
ʁɪnt
rint
blindkindrindwind

Ορισμός και σημασία του "labyrinth"στα γερμανικά

01

λαβύρινθος, διάδρομος με πολλές στροφές

Ein komplexes System von Wegen oder Gängen, in dem man sich leicht verirren kann 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Labyrinthe
γενική πτώση
Labyrinth(e)s
Παραδείγματα
Das Labyrinth im Schlossgarten ist eine Touristenattraktion. 

Ο λαβύρινθος στον κήπο του παλατιού είναι τουριστικό αξιοθέατο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store