Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
küssen
01
φιλώ, ασπάζομαι
Jemandem mit den Lippen nahekommen als Zeichen von Liebe oder Freundschaft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
küsse
γ΄ ενικό πρόσωπο
küsst
ενεστώτα μετοχή
küssend
απλός αόριστος
küsste
παθητική μετοχή
geküsst
Παραδείγματα
Die Kinder küssen ihre Großeltern.
Τα παιδιά φιλούν τους παππούδες τους.



























