küssen
küssen
kʏsɐn
kusn
kissen

Ορισμός και σημασία του "küssen"στα γερμανικά

küssen
01

φιλώ, ασπάζομαι

Jemandem mit den Lippen nahekommen als Zeichen von Liebe oder Freundschaft 
küssen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
küsse
γ΄ ενικό πρόσωπο
küsst
ενεστώτα μετοχή
küssend
απλός αόριστος
küsste
παθητική μετοχή
geküsst
Παραδείγματα
Er küsst sie zum Abschied. 

Αυτός τη φιλάει για το αντίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store