küssen
Pronunciation
/ˈkʏsn̩/

Ορισμός και σημασία του "küssen"στα γερμανικά

küssen
[past form: küsste]
01

φιλώ, ασπάζομαι

Jemandem mit den Lippen nahekommen als Zeichen von Liebe oder Freundschaft
küssen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
küsse
γ΄ ενικό πρόσωπο
küsst
ενεστώτα μετοχή
küssend
απλός αόριστος
küsste
παθητική μετοχή
geküsst
Παραδείγματα
Die Kinder küssen ihre Großeltern.
Τα παιδιά φιλούν τους παππούδες τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store