Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Kultur
[gender: feminine]
01
πολιτισμός, κουλτούρα
Eine Gemeinschaft von Menschen mit gemeinsamen Bräuchen, Kunst und Lebensweise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Kultur
πληθυντικός τύπος
Kulturen
Παραδείγματα
Die Kultur verändert sich mit der Zeit.
Ο πολιτισμός αλλάζει με το χρόνο.
02
καλλιέργεια, συγκομιδή
Eine gezielt angebaute Pflanze oder ein biologisches Produkt
Παραδείγματα
Die Kultur braucht ausreichend Wasser.
Η καλλιέργεια χρειάζεται αρκετό νερό.



























