Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kulinarisch
01
μαγειρικός, γαστρονομικός
Alles, was mit Essen, Kochkunst oder Genuss von Speisen zu tun hat
Παραδείγματα
Das Restaurant ist für seine kulinarische Kreativität bekannt.
Το εστιατόριο είναι γνωστό για τη γαστρονομική του δημιουργικότητα.


























